Η Ιερουσαλήμ δεν είναι προς πώληση

Το άρθρο του εκπροσώπου της Προεδρίας της Δημοκρατίας Ιμπραχίμ Καλίν που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Daily Sabah στις 16 Δεκεμβρίου 2017

Η Ιερουσαλήμ δεν είναι προς πώληση

 

Οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι υποστηρικτές τους θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι τα προβλήματα στους Άγιους Τόπους δεν θα εξαλειφθούν έως ότου τερματιστεί η ισραηλινή κατοχή

 

 

Η απόφαση της διοίκησης του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ και να μεταφέρει την Αμερικανική Πρεσβεία από το Τελ Αβίβ σε αυτή την πόλη ήταν ένα χαστούκι στο πρόσωπο της ήδη ευαίσθητης ειρηνευτικής διαδικασίας στη Μέση Ανατολή και της διεθνούς διπλωματίας. Όπως αναμενόταν, οδήγησε σε παγκόσμια καταδίκη και απόρριψη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να έχουν την ευκαιρία να ακυρώσουν την απόφασή τους και να αποδεχθούν την Ανατολική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του κράτους της Παλαιστίνης. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να αναζωογονηθεί η ειρηνευτική διαδικασία.

 

Παρόλο που η διοίκηση Τραμπ επιμένει ότι το βήμα αυτό θα διευκολύνει το διάλογο μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης, παραμένει αβέβαιο το πώς η ασέβεια προς το μόνο ιστορικό, θρησκευτικό και νομικό καθεστώς της Ιερουσαλήμ, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αντίθετα, έχει υπονομεύσει οποιαδήποτε ελπίδα είχε απομείνει για την ειρήνη. Εδώ και πολλούς μήνες, αξιωματούχοι των ΗΠΑ αναφέρονταν σε ένα νέο σχέδιο που βρίσκεται σε εξέλιξη για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών. Τίποτα δεν έχει έρθει στην επιφάνεια ακόμα. Αλλά αν η απόφαση της Ιερουσαλήμ είναι το πρώτο κομμάτι αυτής της νέας ειρηνευτικής πρωτοβουλίας, μπορεί να κηρυχθεί ήδη νεκρό. Πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η Ιερουσαλήμ δεν είναι ακίνητη περιουσία προς πώληση.

 

Η κίνηση της διοίκησης Ομπάμα σε σχέση με την Ιερουσαλήμ αντιπροσωπεύει ένα τοξικό μίγμα λαϊκισμού και μονομερούς πρακτικής. Αναγνωρίζοντας την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, ο Τραμπ όχι μόνο ανέτρεψε 70 χρόνια αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά παραβίασε και μια σειρά ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που χρονολογούνται από το 1967. Ο κόσμος είναι αλληλέγγυος με τον παλαιστινιακό λαό στην Ιερουσαλήμ και την λύση των δύο κρατών. Αυτό περιλαμβάνει τον Πάπα και άλλες χριστιανικές εκκλησίες και κοινότητες. Ένα από τα θετικά που προέκυψαν από την λανθασμένη απόφαση Τραμπ είναι ότι ενώ το παλαιστινιακό ζήτημα, είχε μείνει στη λήθη από την αρχή των κινήσεων της αραβικής άνοιξης και την άνοδο της τρομοκρατίας της Νταές, η απόφαση των ΗΠΑ το τοποθέτησε ξανά στο επίκεντρο της παγκόσμιας ατζέντας. Αυτή η νέα δυναμική θα πρέπει τώρα να αξιοποιηθεί για να βρεθεί μια δίκαιη και μόνιμη ειρήνη.

 

Τα τελευταία χρόνια, οι Παλαιστίνιοι έχουν κάνει περισσότερα από το δίκαιο μερίδιό τους για να θέσουν τις βάσεις της ειρηνευτικής διαδικασίας. Νωρίτερα φέτος, η Χαμάς παρουσίασε ένα νέο πολιτικό έγγραφο που δεχόταν την δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα του 1967 και έκανε έναν σημαντικό διαχωρισμό μεταξύ της θρησκείας του Ιουδαϊσμού και του Σιωνιστικού πρότζεκτ. Τον Οκτώβριο, τα παλαιστινιακά πολιτικά κόμματα Χαμάς και Φατάχ υπέγραψαν συμφωνία συμφιλίωσης για να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις ως ένα. Και πάλι όμως, δεν έχουν έναν αληθινό και σοβαρό συνομιλητή από την ισραηλινή πλευρά να προχωρήσουν τη διαδικασία.

 

Το προηγούμενο καλοκαίρι οι ισραηλινές προκλήσεις για την αλλαγή του καθεστώτος της Χαράμ αλ-Σαρίφ είχαν προκαλέσει εκτεταμένες συγκρούσεις στα κατεχόμενα εδάφη και γύρω από τον μουσουλμανικό κόσμο, οδηγώντας στον θάνατο πάρα πολλών ανθρώπων. Η απόφαση των ΗΠΑ για την Ιερουσαλήμ έχει κάνει τα πράγματα χειρότερα, όχι καλύτερα.

 

Σε απάντηση προς αυτές τις εξελίξεις, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συγκάλεσε έκτακτη σύνοδο κορυφής του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας (OIC) στις 13 Δεκεμβρίου. Η σύνοδος κορυφής στην Ιστάνμπουλ έφερε κοντά πάνω από 30 αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων. Εκπροσωπήθηκαν όλα τα 57 κράτη μέλη και έξι παρατηρήτριες χώρες.  Ομόφωνα αναγνώρισαν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του παλαιστινιακού κράτους υπό ισραηλινή κατοχή. Αυτή η ιστορική απόφαση έχει δημιουργήσει νέα δυναμική για την παλαιστινιακή υπόθεση και θα έχει ευρύτατο αντίκτυπο.

 

Μέχρι σήμερα, 137 χώρες έχουν αναγνωρίσει το κράτος της Παλαιστίνης και η στήριξη εξακολουθεί να αυξάνεται. Πρόκειται για μια σημαντική εξέλιξη, δεδομένων των αναφαίρετων δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού, ανεξάρτητα από τις κινήσεις και τα κίνητρα του Ισραήλ για ειρήνη ή την απουσία τους.

 

Θα ακολουθήσει μια διαδικασία του ΟΗΕ για να ανακληθεί η μονομερής απόφαση των ΗΠΑ. Την ψηφοφορία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στην οποία σίγουρα θα ασκήσει βέτο η Αμερική, θα ακολουθήσει ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση. Αυτό είναι επίσης καλό για την διεθνή αναγνώριση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των Παλαιστινίων.

 

Ένα άλλο σημαντικό αποτέλεσμα της συνόδου κορυφής του ΟΙΣ στην Ιστάνμπουλ είναι η δέσμευση για τη διαφύλαξη του θρησκευτικού και ιστορικού χαρακτήρα της Ιερουσαλήμ και της Χαράμ αλ-Σαρίφ και η ενδυνάμωση εν γένει των Παλαιστινίων και ειδικότερα των Ιεροσολυμιτών. Αρκετά κονδύλια που έχουν συσταθεί στο πλαίσιο της Ισλαμικής Τράπεζας Ανάπτυξης και άλλων θυγατρικών οργανισμών του ΟΙΣ θα ενισχυθούν για να βοηθήσουν τους Παλαιστινίους.

 

Εκείνοι που σε χριστιανικούς-σιωνιστικούς κύκλους στις Η.Π.Α. πιστεύουν ότι η Ιερουσαλήμ δεν έχει σημασία για τους μουσουλμάνους, θα πρέπει να κάνουν μάθημα θρησκευτικής ιστορίας. Η Ιερουσαλήμ ήταν η πρώτη κίμπλα των μουσουλμάνων και στεγάζει το τρίτο πιο ιερό στο Ισλάμ τέμενος. Υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι της θρησκευτικής και πολιτισμικής ιστορίας του Ισλάμ καθώς ο δεύτερος χαλίφης Ουμάρ αλ-Χαττάμπ εισήλθε στην πόλη το 638 και αναγνώρισε τα δικαιώματα των χριστιανών και των Εβραίων. Για τους επόμενους τέσσερις αιώνες, η Ιερουσαλήμ κυβερνήθηκε από μουσουλμάνους και ήταν μοιρασμένη μεταξύ των τριών Αβρααμικών θρησκειών, ώσπου έπεσε στη διάρκεια των σταυροφοριών το 1099. Όταν ο Σαλαχαντίν αλ-Αγιουμπί, γνωστός στη Δύση ως Σαλαντίν, ανακατέλαβε την Ιερουσαλήμ το 1187, έκανε αυτό που είχε κάνει ο Ουμάρ αιώνες πριν από τον ίδιο: Ανήγγειλε ότι όλα τα μέλη της πίστης είναι μια «αμάνα» και έφερε πίσω στην πόλη τον αρχιραβίνο της Ιερουσαλήμ από την Κύπρο όπου βρισκόταν εξόριστος εξαιτίας των σταυροφοριών. Όταν η τελευταία οθωμανική φρουρά άφησε την αρχαία πόλη το 1917 στους Βρετανούς, τα σύγχρονα προβλήματα της ξεκίνησαν ουσιαστικά.

 

Οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι υποστηρικτές τους θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι τα προβλήματα στους Άγιους Τόπους δεν θα εξαλειφθούν έως ότου τερματιστεί η ισραηλινή κατοχή και είναι μια κατοχή που πρέπει να τερματιστεί για να καταστεί ξανά εφικτή η ειρήνη, η ασφάλεια, η σταθερότητα, η ευημερία, ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη. Η προσέγγιση ‘ο ισχυρός έχει δίκιο’ των Αμερικανών και Ισραηλινών, είναι αυτοκαταστροφική και η μεγαλύτερη απειλή για την ειρήνη και την ασφάλεια. Η Ιερουσαλήμ δεν είναι για συναλλαγές λαϊκισμού και μονομερών πρακτικών και σίγουρα δεν είναι προς πώληση σε οποιαδήποτε τιμή. Εάν η διοίκηση του Τραμπ είναι σοβαρή όσον αφορά την ειρήνη στη Μέση Ανατολή, θα πρέπει να προτρέψει το Ισραήλ να τερματίσει την δεκαετιών πολιτική κατοχής, ταπείνωσης και εκδίωξης, μια πολιτική που πρέπει να καταδικαστεί και να απορριφθεί ως προσβολή της ανθρωπότητας στον 21ο αιώνα.  


Λέξεις-κλειδιά: Ιερουσαλήμ , Ιμπραχίμ Καλίν

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ